Μετάφραση του "licens" σε Ελληνικά
Οι απεριόριστος, δυνάμενος, είμαι ικανός να είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licens" σε Ελληνικά.
licens
adjective
particle
masculine
γραμματική
-
απεριόριστος
adjective -
δυνάμενος
-
είμαι ικανός να
-
μπορώ να
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licens " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "licens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτρέπεται · μπορώ
-
ακριβής · αν και · επιτρέπεται · καίτοι · μολονότι · μπορώ · παρόλο
-
άδεια
-
ποιητική άδεια
-
άδεια · ελευθερία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη