Μετάφραση του "mensis" σε Ελληνικά

Οι μήνας, τριακονθήμερο, μην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mensis" σε Ελληνικά.

mensis noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήνας

    noun masculine

    Περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.

    Mensis Ianuarius primus anni est.

    Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.

  • τριακονθήμερο

  • μην

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mensis " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mensis
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μήνας

    Μονάδα μέτρησης του χρόνου, υποδιαίρεση του έτους

    Mensis Ianuarius primus anni est.

    Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.

Φράσεις παρόμοιες με "mensis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mensis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη