Μετάφραση του "occupatio" σε Ελληνικά

Οι κατοχή, απασχόληση, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occupatio" σε Ελληνικά.

occupatio noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοχή

    noun feminine
  • απασχόληση

    noun feminine
  • εργασία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έργο
    • επάγγελμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occupatio " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occupatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη