Μετάφραση του "ora" σε Ελληνικά

Οι παραλία, ακτή, μεθόριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ora" σε Ελληνικά.

ora noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραλία

    noun feminine
  • ακτή

    noun feminine
  • μεθόριος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνορο
    • ακρογιαλιά
    • γιαλός
    • όχθη
    • ακονίζω
    • οριακός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ora " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ora
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακτή

    noun

    Η τελευταία ξηρά πρίν από την θάλασσα. Συνήθως χαρακτηρίζεται από μηδενική βλάστηση και μεγάλες ποσότητες άμμου και πετρών

Εικόνες με "ora"

Φράσεις παρόμοιες με "ora" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ora" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη