Μετάφραση του "plumbum" σε Ελληνικά

Οι μόλυβδος, μολύβι, πόλυβδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plumbum" σε Ελληνικά.

plumbum noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόλυβδος

    noun masculine
  • μολύβι

    noun neuter

    Ένα κοινό εργαλείο (φτιαγμένο από γραφίτη περιβεβλημένο από ξύλο) που χρησιμοποιεί το γραφίτη (που αποκαλείται φιλικά η μύτη) για να αφήνει ίχνη πάνω σε χαρτί.

  • πόλυβδος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγωγός
    • δίοδος
    • άγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plumbum " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "plumbum"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plumbum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη