Μετάφραση του "potens" σε Ελληνικά
Οι ακμαίος, δυνατός, ικανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potens" σε Ελληνικά.
potens
adjective
masculine
γραμματική
-
ακμαίος
adjective -
δυνατός
adjective masculineεφικτός, πιθανός [..]
-
ικανός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ισχυρός
- έχων σώας τας φρένας
- αρτιμελής
- δυνάμενος
- είμαι ικανός να
- μπορώ να
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " potens " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "potens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δύναμη · επιδεξιότητα · επιρροή · ικανότητα · ισχύς · κράτος · σθένος · σώμα
-
η γνώση είναι δύναμη
-
Ύψωση σε δύναμη · Ισχύς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη