Μετάφραση του "praedo" σε Ελληνικά
Οι διαγουμίζω, κουρσεύω, λαφυραγωγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "praedo" σε Ελληνικά.
praedo
verb
noun
masculine
γραμματική
-
διαγουμίζω
Verb -
κουρσεύω
-
λαφυραγωγώ
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεηλατώ
- ληστής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " praedo " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη