Μετάφραση του "pugio" σε Ελληνικά

Οι ξιφίδιο, στιλέτο, εγχειρίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pugio" σε Ελληνικά.

pugio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξιφίδιο

    noun neuter
  • στιλέτο

    noun neuter
  • εγχειρίδιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pugio " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pugio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη