Μετάφραση του "solum" σε Ελληνικά

Οι δάπεδο, μόνο, πάτωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solum" σε Ελληνικά.

solum noun adverb adjective neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Λατινικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάπεδο

    noun neuter
  • μόνο

    adverb neuter

    Ne me solum relinquas.

    Μη μ' αφήνεις μόνο.

  • πάτωμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάση
    • γαία
    • γη
    • πάτος
    • θεμέλιο
    • πυθμένας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solum " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "solum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη