Μετάφραση του "Aktivist" σε Ελληνικά

Το ακτιβιστής είναι η μετάφραση του "Aktivist" σε Ελληνικά.

Aktivist
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • ακτιβιστής

    Noun

    Ο άνθρωπος που προωθεί ή εμποδίζει ή προκαλεί κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές ή περιβαλλοντολογικές αλλαγές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aktivist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aktivist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη