Μετάφραση του "Amphor" σε Ελληνικά

Οι αμφορέας, αμφορέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Amphor" σε Ελληνικά.

Amphor
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφορέας

    noun masculine

    αγγείο το οποίο χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση κρασιού και λαδιού

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Amphor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

amphor
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφορέας

    noun masculine
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Amphor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη