Μετάφραση του "Autorisatioun" σε Ελληνικά

Οι άδεια, δικαίωμα, εξουσιοδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autorisatioun" σε Ελληνικά.

Autorisatioun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun feminine
  • δικαίωμα

    noun
  • εξουσιοδότηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autorisatioun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autorisatioun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη