Μετάφραση του "Drot" σε Ελληνικά

Το σύρμα είναι η μετάφραση του "Drot" σε Ελληνικά.

Drot noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • σύρμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Drot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Drot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη