Μετάφραση του "Goen" σε Ελληνικά

Οι βάδην, πάω, περπατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Goen" σε Ελληνικά.

Goen
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • βάδην

    δρομικό άθλημα στο οποίο ο αθλητής βαδίζει (δεν τρέχει)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Goen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

goen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • πάω

    verb
  • περπατώ

    verb
  • πηγαίνω

    verb
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Goen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη