Μετάφραση του "Pneu" σε Ελληνικά

Οι ελαστικό, επίσωτρο, λάστιχο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pneu" σε Ελληνικά.

Pneu noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαστικό

    neuter
  • επίσωτρο

    neuter
  • λάστιχο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pneu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pneu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη