Μετάφραση του "Poul" σε Ελληνικά

Οι πάσσαλος, παλούκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Poul" σε Ελληνικά.

Poul noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • πάσσαλος

    noun neuter
  • παλούκι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Poul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Poul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη