Μετάφραση του "Priister" σε Ελληνικά

Το ιερέας είναι η μετάφραση του "Priister" σε Ελληνικά.

Priister noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • ιερέας

    noun

    πρόσωπο που εκτελεί τυπικά λατρείας σε θρησκεία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Priister " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Priister" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη