Μετάφραση του "Ressource" σε Ελληνικά

Το πόρος είναι η μετάφραση του "Ressource" σε Ελληνικά.

Ressource
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρος

    noun masculine

    Präfix, wou d' Ressource-Dateie gespäichert ginn

    Prefix για την εγκατάσταση αρχείων πόρων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ressource " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Ressource" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ressource" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη