Μετάφραση του "Spigel" σε Ελληνικά

Οι καθρέφτης, Καθρέπτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spigel" σε Ελληνικά.

Spigel noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • καθρέφτης

    noun masculine
  • Καθρέπτης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spigel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Spigel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spigel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη