Μετάφραση του "stol" σε Ελληνικά

Οι χάλυβας, ατσάλι, χάλυβας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stol" σε Ελληνικά.

stol
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • χάλυβας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stol noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • ατσάλι

    noun neuter
  • χάλυβας

    noun masculine
  • Χάλυβας

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη