Μετάφραση του "voll" σε Ελληνικά

Οι πλήρης, γεμάτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voll" σε Ελληνικά.

voll adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Λουξεμβουργιανά-Ελληνικά λεξικό

  • πλήρης

    adjective masculine
  • γεμάτος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voll " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voll" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη