Μετάφραση του "tolerance" σε Ελληνικά

Οι ανεκτικότητα, ανοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tolerance" σε Ελληνικά.

tolerance
+ Προσθήκη

Λετονικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεκτικότητα

    noun feminine

    Mums ir arī vajadzīga tolerance, lai mēs būtu gatavi uzklausīt, kas ir sakāms dažādiem cilvēkiem.

    Επίσης, χρειαζόμαστε την ανεκτικότητα, προκειμένου να είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε αυτά που έχουν να πουν οι διάφοροι άνθρωποι.

  • ανοχή

    noun feminine

    Tās lielā ekoloģiskā tolerance un dažas morfoloģiskās variācijas var liecināt par to, ka pastāv dažādas rases.

    Η ευρεία οικολογική ανοχή του και ορισμένες μορφολογικές παραλλαγές μπορεί να αποτελούν ένδειξη ότι υπάρχουν διαφορετικές φυλές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tolerance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tolerance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη