Μετάφραση του "Jerusalem" σε Ελληνικά

Οι Ιεροσόλυμα, Ιερουσαλήμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Jerusalem" σε Ελληνικά.

Jerusalem
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • Ιεροσόλυμα

    proper neuter
  • Ιερουσαλήμ

    noun feminine

    Mereka dibenarkan pulang ke Jerusalem dan membina semula kuil mereka.

    Τους επετράπη να γυρίσουν στην Ιερουσαλήμ και να ξαναχτίσουν το ναό τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Jerusalem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Jerusalem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη