Μετάφραση του "ain" σε Ελληνικά
Οι μάτι, ομμάτιον, οφθαλμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ain" σε Ελληνικά.
ain
noun
γραμματική
-
μάτι
noun neuter -
ομμάτιον
neuter -
οφθαλμός
noun masculine -
όμμα
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ain"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη