Μετάφραση του "berat" σε Ελληνικά

Οι βαρύς, βάρος, βαραίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berat" σε Ελληνικά.

berat adjective
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • βαρύς

    adjective masculine

    Aku bertemu dengan dia semasa menjalankan urusan melibatkan senjata berat.

    Τον γνώρισα όταν έκανα μια συμφωνία για βαρύ οπλισμό.

  • βάρος

    noun neuter

    Perubahan selera, berat badan, dan tabiat tidur biasanya berlaku.

    Οι αλλαγές στην όρεξη, στο βάρος και στις συνήθειες ύπνου είναι κάτι κοινό.

  • βαραίνω

    verb

    + 43 Sekali lagi, dia kembali dan mendapati bahawa mereka sedang tidur kerana kelopak mata mereka terasa sangat berat.

    + 43 Και ήρθε πάλι και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους είχαν βαρύνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαρύ αντικείμενο
    • δύσκολος
    • μάζα
    • μετρώ
    • μονάδα βάρους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " berat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Berat
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • Βάρος

    Στην επιστήμη και τις επιστήμες μηχανικών, το βάρος ενός αντικειμένου λαμβάνεται συνήθως ως η δύναμη του αντικειμένου που οφείλεται στη βαρύτητα.

    Berat mereka menghasilkan minyak pertama dan terbaik.

    Το βάρος του σωρού έβγαζε το πρώτο και το καλύτερο λάδι.

Φράσεις παρόμοιες με "berat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "berat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη