Μετάφραση του "botol" σε Ελληνικά
Οι φιάλη, μπουκάλι, γλάστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botol" σε Ελληνικά.
botol
noun
γραμματική
-
φιάλη
noun feminine -
μπουκάλι
noun neuterδοχείο
Kalau begitu, ajumma pergi ambil botol wain dari tempat simpanan wain.
Τότε Ατζουμα, παρακαλώ πήγαινε στο κελάρι και φέρε μου ένα μπουκάλι κρασί.
-
γλάστρα
noun feminine -
μπουκάλα
nounKau letakkan botol ke pendingin selama beberapa menit, dan sampai dingin dengan sempurna.
Βάζεις τη μπουκάλα στην κατάψυξη λίγα λεπτά, και παγώνει τέλεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " botol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Botol
-
Φιάλη
Φράσεις παρόμοιες με "botol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρινοδέλφινο
-
βούλωμα · καπάκι · πώμα · τάπα
-
μέθυσος · μπεκρής
-
φελλός
-
μέθυσος · μπεκρής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη