Μετάφραση του "diri" σε Ελληνικά

Οι στέκομαι, εγκαθιστώ, εδραιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diri" σε Ελληνικά.

diri verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • στέκομαι

    verb

    Ada masa untuk terburu-buru, dan ada masa untuk berdiam diri.

    Πέφτω με τα μούτρα... και ακόμα στέκομαι, όρθιος.

  • εγκαθιστώ

    verb
  • εδραιώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • πρόσωπο
    • σηκώνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diri" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γλιστρώ · διαφεύγω · διαφυγή · δραπέτευση · δραπετεύω · το σκάω · φυγή
  • κάνω κράτει
  • Πολεμικές τέχνες
  • First-person shooter
  • καυχιέμαι · κοκορεύομαι · κομπάζω · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • ανακαλώ · απαγκιστρώνω · αποδεσμεύομαι · αποδεσμεύω · απομακρύνω · αποσύρομαι · αποσύρω · αποτραβιέμαι · εγκαταλείπω · ξελέω · παίρνω πίσω · παραιτούμαι · υποχωρώ
  • καταθέτω τα όπλα · παραδίδομαι · παραδίδω · παραδίνομαι · παραδίνω
  • διαφεύγω · διαφυγή · δραπέτευση · δραπετεύω · πετώ · το σκάω · φυγή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη