Μετάφραση του "hamil" σε Ελληνικά
Οι έγκυος, αποφέρω, εγκυμονώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hamil" σε Ελληνικά.
hamil
-
έγκυος
adjective feminineDia meninggalkan rakyatnya dan ratu yang hamil enam bulan.
Επιβίωσε από τους υπηκόους του και από την βασίλισσα που ήταν έξι μηνών έγκυος.
-
αποφέρω
verb -
εγκυμονώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω
- κυοφορώ
- φέρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hamil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη