Μετάφραση του "hormon" σε Ελληνικά
Οι ορμόνη, Ορμόνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hormon" σε Ελληνικά.
hormon
-
ορμόνη
noun feminineIa merembes cortisol, hormon yang berikan adrenalin terhadap reaksi.
Παράγουν κορτιζόλη. Την ορμόνη που μας δίνει την ακούσια αντίδραση " επίθεση ή φυγή ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hormon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Hormon
-
Ορμόνη
Ia merembes cortisol, hormon yang berikan adrenalin terhadap reaksi.
Παράγουν κορτιζόλη. Την ορμόνη που μας δίνει την ακούσια αντίδραση " επίθεση ή φυγή ".
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη