Μετάφραση του "kecil" σε Ελληνικά

Οι μικρός, μικρόσ, αδύναμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kecil" σε Ελληνικά.

kecil adjective
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • μικρός

    adjective masculine

    Empat bahagian utama ini boleh dipecahkan ke dalam bahagian yang lebih kecil, yang dipanggil pecahan kecil darah.

    Αυτά τα τέσσερα κύρια συστατικά του αίματος μπορούν να διασπαστούν σε μικρότερα τμήματα που ονομάζονται κλάσματα του αίματος.

  • μικρόσ

    Empat bahagian utama ini boleh dipecahkan ke dalam bahagian yang lebih kecil, yang dipanggil pecahan kecil darah.

    Αυτά τα τέσσερα κύρια συστατικά του αίματος μπορούν να διασπαστούν σε μικρότερα τμήματα που ονομάζονται κλάσματα του αίματος.

  • αδύναμος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανώριμος
    • ασήμαντος
    • επουσιώδης
    • λίγος
    • μηδαμινότητα
    • μικροσκοπικός
    • μικρό
    • νεαρός
    • παιδί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kecil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kecil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kecil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη