Μετάφραση του "listrik" σε Ελληνικά

Οι ηλεκτρισμός, ρεύμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "listrik" σε Ελληνικά.

listrik
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • ηλεκτρισμός

    noun masculine
  • ρεύμα

    noun neuter

    Tidak ada lampu, listrik tidak ada, jendela terbuka.

    Δεν έχει φως, ούτε ρεύμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " listrik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "listrik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη