Μετάφραση του "masa" σε Ελληνικά

Οι χρόνος, καιρός, ώρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "masa" σε Ελληνικά.

masa noun
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun masculine

    Jika masa mengizinkan, ceritakan atau lakonkan semula pengalaman tempatan yang menarik.

    Αν το επιτρέπει ο χρόνος, αφηγηθείτε ή αναπαραστήστε μια καλή τοπική εμπειρία.

  • καιρός

    noun masculine

    Ia telah berada dalam keadaan yang sama untuk masa yang lama.

    Έτσι περιορισμένα το βλέπουμε εδώ και πολύ, πάρα πολύ καιρό.

  • ώρα

    noun feminine

    Esok, pada masa ini, saya akan berada di London.

    Αύριο τέτοια ώρα θα είμαι στο Λονδίνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάρκεια
    • εποχή
    • ηλικία
    • περίοδος φυλάκισης
    • περίσταση
    • περιοδος
    • πότε
    • στιγμή
    • φορά
    • χρονική διάρκεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " masa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Masa
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun

    διάσταση στην οποία τα γεγονότα ταξινομούνται από το παρελθόν στο παρόν και μετά στο μέλλον

    Jika masa mengizinkan, ceritakan atau lakonkan semula pengalaman tempatan yang menarik.

    Αν το επιτρέπει ο χρόνος, αφηγηθείτε ή αναπαραστήστε μια καλή τοπική εμπειρία.

Φράσεις παρόμοιες με "masa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "masa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη