Μετάφραση του "mengetatkan" σε Ελληνικά
Οι ασφαλίζω, στερεώνομαι, συμπιέζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mengetatkan" σε Ελληνικά.
mengetatkan
-
ασφαλίζω
verb -
στερεώνομαι
verb -
συμπιέζω
verb -
σφίγγω
verbSeperti yang bersih bermula untuk mengetatkan seluruh negara, masih tiada kesan kesombongan.
Καθώς ο κλοιός σφίγγει σε όλη τη χώρα... ακόμη δεν βρέθηκε κανένα ίχνος από τον Σουάγκερ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mengetatkan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη