Μετάφραση του "menggiling" σε Ελληνικά
Οι άλεσμα, αλέθω, διευθετώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "menggiling" σε Ελληνικά.
menggiling
-
άλεσμα
noun neuter -
αλέθω
verb -
διευθετώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξομαλύνω
- ισοπεδώνω
- πιέζω
- τρίβω
- τρίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " menggiling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη