Μετάφραση του "menjamin" σε Ελληνικά

Οι δίνω λόγο, δεσμεύομαι, διαβεβαιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "menjamin" σε Ελληνικά.

menjamin
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω λόγο

    verb
  • δεσμεύομαι

    verb
  • διαβεβαιώνω

    verb

    Saya menjamin bahawa Gereja dipimpin dengan betul.

    Σας διαβεβαιώνω ότι η Εκκλησία βρίσκεται σε καλά χέρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγγυώμαι
    • στέργω
    • υπόσχομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " menjamin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "menjamin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη