Μετάφραση του "merapatkan" σε Ελληνικά

Οι ασφαλίζω, δυναμώνω, ενισχύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "merapatkan" σε Ελληνικά.

merapatkan
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • ασφαλίζω

    verb
  • δυναμώνω

    verb
  • ενισχύω

    verb

    Ibu yang menyusui bayinya merapatkan lagi hubungan ini.

    Ο θηλασμός ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη στενή σχέση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισχυροποιώ
    • κλείνω
    • στερεώνομαι
    • συνδέoμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " merapatkan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "merapatkan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη