Μετάφραση του "modal" σε Ελληνικά
Οι κεφάλαιο, ενεργητικό, οικονομικοί πόροι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "modal" σε Ελληνικά.
modal
-
κεφάλαιο
noun neuterDan aku buat kontrak bahawa aku telah menanam modal.
Αυτό το συμβόλαιο ήταν επένδυση κεφαλαίου.
-
ενεργητικό
noun -
οικονομικοί πόροι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " modal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Modal
-
Κεφάλαιο
Dan aku buat kontrak bahawa aku telah menanam modal.
Αυτό το συμβόλαιο ήταν επένδυση κεφαλαίου.
Φράσεις παρόμοιες με "modal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επένδυση
-
βάζω · επενδύω
-
αποκλειστικό παράθυρο διαλόγου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη