Μετάφραση του "mol" σε Ελληνικά

Οι γραμμομόριο, μολ, τυφλοπόντικας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά.

mol
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμομόριο

    noun neuter
  • μολ

    noun neuter
  • τυφλοπόντικας

    noun masculine

    Aku tidak percaya mol adalah mol.

    Δεν πιστεύω ότι ήταν ο τυφλοπόντικας!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mol
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • Γραμμομόριο

    Το γραμμομόριο ή mole μολ (σύμβολο: mol) είναι η μονάδα μέτρησης με την οποία προσδιορίζουμε την ποσότητα ύλης ενός σώματος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (S.I.) και αποτελεί μία από τις επτά θεμελιώδεις μονάδες του.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη