Μετάφραση του "moral" σε Ελληνικά

Οι δεοντολογία, ηθική, ηθικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moral" σε Ελληνικά.

moral
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • δεοντολογία

    noun
  • ηθική

    noun masculine

    Kita ada pandangan moral yang berbeza dengan rakan sejawat sebelumnya.

    Έχουμε διαφορετική ηθική διάσταση από τον εκλιπόντα συνάδελφό μας.

  • ηθικός

    adjective

    Tiada aturan moral lebih suci dari ribut ni.

    Δεν υπάρχει ηθικός νόμος τόσο καθάριος όσο αυτή η καταιγίδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moral " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moral
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • ηθικότητα

    Noun

    Tetapi hari ini saya tidak mahu membicarakan tentang moral hukuman mati.

    Όμως δεν θέλω να μιλήσω σήμερα για την ηθικότητα της θανατικής ποινής.

Φράσεις παρόμοιες με "moral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άνεση · ανακούφιση · παραμυθία · παρηγοριά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moral" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη