Μετάφραση του "oak" σε Ελληνικά
Οι βελανιδιά, δρυς, οξιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oak" σε Ελληνικά.
oak
-
βελανιδιά
noun feminineKulat itu menyaluti otak kamu bagaikan akar pada pokok oak.
Ο μύκητας είναι τυλιγμένος γύρω από το μυαλό σου σαν κισσός γύρω από μια βελανιδιά.
-
δρυς
noun feminine -
οξιά
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη