Μετάφραση του "penduduk" σε Ελληνικά

Οι πληθυσμός, κάτοικος, πληθυσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penduduk" σε Ελληνικά.

penduduk
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυσμός

    noun masculine

    Menurut anggaran, menjelang abad pertama, hampir separuh daripada jumlah penduduk di kota Rom ialah hamba.

    Υπολογίζεται ότι τον πρώτο αιώνα οι σκλάβοι αποτελούσαν σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Ρώμης.

  • κάτοικος

    noun masculine

    Secara umum, penduduk di situ sangat murah hati dan baik.

    Γενικά, οι κάτοικοι της πόλης είναι γενναιόδωροι και καλοσυνάτοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penduduk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Penduduk
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυσμός

    noun

    Menurut anggaran, menjelang abad pertama, hampir separuh daripada jumlah penduduk di kota Rom ialah hamba.

    Υπολογίζεται ότι τον πρώτο αιώνα οι σκλάβοι αποτελούσαν σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Ρώμης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penduduk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη