Μετάφραση του "petroleum" σε Ελληνικά
Οι πετρέλαιο, ορυκτέλαιο, Πετρέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petroleum" σε Ελληνικά.
petroleum
-
πετρέλαιο
noun neuterDalam ayat itu, bitumen dirujuk sebagai “tar,” yang merupakan sejenis bahan petroleum semula jadi.
Η εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται εδώ «πίσσα» αναφέρεται προφανώς στην άσφαλτο, μια ουσία σχετική με το πετρέλαιο η οποία υπάρχει στη φύση.
-
ορυκτέλαιο
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " petroleum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Petroleum
-
Πετρέλαιο
Dalam ayat itu, bitumen dirujuk sebagai “tar,” yang merupakan sejenis bahan petroleum semula jadi.
Η εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται εδώ «πίσσα» αναφέρεται προφανώς στην άσφαλτο, μια ουσία σχετική με το πετρέλαιο η οποία υπάρχει στη φύση.
Φράσεις παρόμοιες με "petroleum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οργανισμός εξαγωγών πετρελαιοπαραγωγών χωρών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη