Μετάφραση του "plaster" σε Ελληνικά

Οι γύψος, λευκοπλάστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plaster" σε Ελληνικά.

plaster
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • γύψος

    noun masculine

    plaster menambah banyak berat badan.

    Ο γύψος προσθέτει βάρος.

  • λευκοπλάστης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plaster " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "plaster" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plaster" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη