Μετάφραση του "putus" σε Ελληνικά
Οι απονέμω δικαιοσύνη, αποσύνδεση, διακόπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putus" σε Ελληνικά.
putus
adjective
-
απονέμω δικαιοσύνη
verb -
αποσύνδεση
noun feminine -
διακόπτω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δικάζω
- εμποδίζω
- καταστρέφω
- κομμένος
- προσεγγίζω
- σπάζω
- σπάω
- σταματώ
- υπολογίζω
- χωρίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " putus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "putus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σημείο διακοπής
-
αποφασιστικότητα · απόφαση · συμπέρασμα
-
διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη