Μετάφραση του "robot" σε Ελληνικά

Οι αυτόματο, ρομπότ, Ρομπότ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά.

robot
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • αυτόματο

    noun
  • ρομπότ

    noun masculine

    Kemudian, ini dipindahkan ke sebuah robot yang akan mewarnakannya.

    Αυτή αργότερα θα μεταφερθεί σ' ένα ρομπότ που με τη σειρά του θα εφαρμόσει μια από τις χρωστικές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " robot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Robot
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • Ρομπότ

    ιστορική ανάδρομη

    Robot kecil kami dari tempat buangan mendapat tempat dalam perlawanan liga.

    Είμαι ένα μικρό ρομπότ από μία μάντρα και αγωνίζομαι σε αγώνα πρωταθλήματος.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη