Μετάφραση του "suis" σε Ελληνικά

Οι διακόπτης, έλεγχος, Διακόπτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suis" σε Ελληνικά.

suis
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτης

    noun

    Kau tidak boleh membuang suis utama dengan tangan.

    Ο κεντρικός διακόπτης δεν ανοίγει με τα χέρια.

  • έλεγχος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Suis
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • Διακόπτης

    κάθε ηλεκτρικό εξάρτημα που μεταβάλλει τη δυνατότητα διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος

    Kau tidak boleh membuang suis utama dengan tangan.

    Ο κεντρικός διακόπτης δεν ανοίγει με τα χέρια.

  • Μεταγωγέας

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη