Μετάφραση του "tompok" σε Ελληνικά
Οι άτομο, βούλα, κηλίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tompok" σε Ελληνικά.
tompok
-
άτομο
noun neuter -
βούλα
noun feminine -
κηλίδα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεκές
- σπίλος
- σπίλωμα
- σχέδιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tompok " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tompok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ηλιακή κηλίδα
-
ηλιακή κηλίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη