Μετάφραση του "tren" σε Ελληνικά

Οι τρένο, αμαξοστοιχία, τραίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά.

tren noun γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • τρένο

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

    Garber yang pandu tren.

    Ο Γκάρμπερ οδηγεί το τρένο.

  • αμαξοστοιχία

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

  • τραίνο

    noun

    10 saat umpama meloncat ke dalam tren yang bergerak.

    Στα δέκα θα είναι σαν να πηδάω μέσα σε κινούμενο τραίνο.

  • συρμός

    noun

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tren"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη