Μετάφραση του "tua" σε Ελληνικά

Οι ηλικιωμένος, αρχαίος, γηραιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tua" σε Ελληνικά.

tua adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλάι-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικιωμένος

    adjective masculine

    Ben seperti orang tua yang memakai kaca mata besar.

    Ο Μπεν είναι ο ηλικιωμένος με τα μεγάλα γυαλιά.

  • αρχαίος

    adjective masculine

    10 Malaikat yang menipu Eve dipanggil ‘ular tua, Iblis atau Syaitan.’—Penyingkapan 12:9

    10 Ο άγγελος που εξαπάτησε την Εύα ονομάστηκε ‘ο όφις ο αρχαίος, Διάβολος και Σατανάς’.—Αποκάλυψις 12:9

  • γηραιός

    adjective masculine

    Perempuan cantik, kanak-kanak dan orang tua harus dilindungi.

    Ότι οι όμορφες κυρίες, οι γηραιότεροι και τα παιδιά θα πρέπει να προστατεύονται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεγαλύτερος
    • παλαιός
    • παλιός
    • πρώτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tua " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tua" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καστανέρυθρο
  • γεροπαράξενος
  • γέροντας · γέρος · γονιός · ηλικιωμένος · σύζυγος · τρίτη ηλικία
  • λουλάκι
  • γηρατειά
  • γέροντας · γέρος · γονιός · ηλικιωμένος · σύζυγος · τρίτη ηλικία
  • γέροντας · γέρος · γονιός · ηλικιωμένος · σύζυγος · τρίτη ηλικία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tua" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη