Μετάφραση του "ass" σε Ελληνικά
Οι άσος, πάγιο, πόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ass" σε Ελληνικά.
ass
-
άσος
noun masculine -
πάγιο
Ass fiss ma jistax jiġi deprezzat minn iżjed minn kontribwent wieħed fl-istess ħin.
Ένα πάγιο στοιχείο ενεργητικού δεν μπορεί να αποσβεσθεί ταυτόχρονα από περισσότερες της μίας φορολογούμενες εταιρείες.
-
πόρος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ass " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη